Δευτέρα 29 Νοεμβρίου 2010

«Το Νησί»: μια ήττα του χαζοβιολισμού

Αιφνιδίως η καθ’ ημάς τηλεόραση βυθίστηκε σε μουντό σκηνικό. Ένα Νησί -η Σπιναλόγκα- χωρίς βουκαμβίλιες στα μπαλκόνια, δίχως το γαλανό του αρχιπελάγους, με τον ήλιο θαμμένο σαν τους Χιλιανούς μεταλλωρύχους, κέρδισε ποσοστά τηλεθέασης που θα ζήλευε τελικός παγκοσμίου κυπέλλου ποδοσφαίρου.
Τα κοστούμια των ηθοποιών παλιοκαιρίσια. Τα πρόσωπα τσακισμένα από ανέχεια. Χωρίς τσιτσιδώματα. Στο σενάριο δεν υπάρχουν ατάκες αλλά διάλογοι. Κι όμως το σχετικό σίριαλ το βλέπουν σε συντριπτικά ποσοστά και οι νέοι.
Φταίει το Μνημόνιο που βυθιστήκαμε στην κατήφεια και γευόμαστε τους καρπούς της όπως οι πεινασμένοι τα χαρούπια;
Τι απέγιναν όλες οι σχετικές κορώνες των εξαπτέρυγων του χαζοβιολισμού που μετέτρεψαν -τα προηγούμενα 15 τουλάχιστον χρόνια- σε άμμο τα μυαλά των νεοελλήνων οι οποίοι είχαν πεισθεί ότι αν χαζοβιολίζεις είσαι στη μόδα;
Τα εύκολα λόγια περιγράφουν το σίριαλ ως μια σειρά με «ανθρώπινο» ή «ανθρωπιστικό» θέμα. Και μόνον αυτές οι λέξεις περιγράφουν με ακρίβεια τα στοιχεία εκείνα που έλειπαν τα τελευταία χρόνια από τις επιλογές των καναλιών. Θα αναρωτηθείτε και με το δίκιο σας: καλά με μια σειρά σε ένα κανάλι βγάζεις συμπεράσματα;
Μερικά συμπεράσματα.
Διότι, πριν δυό χρόνια ένα τέτοιο θέμα, δεν θα περνούσε ούτε έξω από το πάρκινγκ της εγχώριας τηλεοπτικής συνήθειας. Χωρίς εξτραβαγκάντσες νεόπλουτων κυρίων και κυριών, γιαγιάδες ή παππούδες που πίνουν σε γκόθικ μπαρ, γκέι που παθαίνουν ετεροφυλικές φλασιές, χωριατοπούλες που σάλπαραν από το πολύ «σεξ στην πόλη», χωρισμένες πενηντάρες που ερωτεύονται πεινασμένους σεξουαλικά αλλοδαπούς, μικροαστούς ή μεγαλοαστούς που λιγουρεύονται παθιασμένα λάγνες πρώην ανατολικές θεές οι οποίες σφουγγαρίζουν τα δρύινα πατώματά τους και όλες και όλοι αυτοί μαζί να σχολιάζουν το…Πολυτεχνείο, δίχως όλα τούτα σειρά δεν έβλεπε χαΐρι. Όλοι ήταν χαρούμενοι. Δεν επέτρεπαν σε κανέναν και τίποτα να χαλάσει την ζαχαρένια τους.
Ιδεολογικοί ινστρούχτορες, οι εκπομπές που φέρουν τον σικάτο προσδιορισμό «μεσημεριανάδικα», γάζωναν για ώρες με κουνήματα (τώρα μπήκαν παντού καναπέδες) και λικνίσματα, με «πρέπει» και λούσα, «φιλοσοφούσαν» για τη ανάγκη να το ριχνείς έξω, λίγο (πόσες ώρες είναι το λίγο;), να ξεσκάς βρε αδελφέ ή αδελφή (αυτό δεν είναι υπονοούμενο) από την κούραση, κατά τις επιταγές εκείνου του παλιού ανέκδοτου, σύμφωνα με το οποίο, στο μπαρ του δάσους λέμε και καμιά βλακεία να περνά η ώρα. Αν μέσα σε όλα αυτά έβαζες και κανά βουλευτή του κόμματος του Καρατζαφέρη, ή έστω την γυναίκα του, τότε κάλυπτες και την πολιτική δραστηριότητα στη χώρα.
Κι έρχεται τώρα «Το Νησί» με τον μουντό του ουρανό. Τις γυναίκες με τις μαντίλες. Τις βάρκες που τρίζουν. Με αισθητική (αυτό πάλι;) κινηματογράφου.
Είναι να απορείς. Καλά τώρα, δεν είναι κουρασμένοι οι άνθρωποι τα βράδια; Δεν έχουν ανάγκη να ξεχάσουν και να ξεχαστούν από την κούραση της ημέρας; Πρέπει να βουτηχτούν στην –έστω ανθρώπινη, ανθρωπιστική- θλίψη; Πώς θα πάνε το πρωί στη δουλειά τους; Μέσα στην κατάθλιψη;
Ώρα είναι να αρχίσουν κάποιοι να πιστεύουν ότι θα επιβεβαιωθεί το δεύτερο μέρος του στίχου του Τ.Σ. Έλιοτ που προβλέπει ότι αυτός ο κόσμος δεν θα τελειώσει «με ένα πάταγο αλλά με ένα λυγμό».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου