Η Google ανακοίνωσε τις λίστες με τα δημοφιλέστερα βίντεο της χρονιάς στο Youtube. Mια ματιά στις προτιμήσεις των Ελλήνων μπορεί να σου δείξει πολλά περισσότερα από εκείνα που φαίνονται στην οθόνη σου. Ναι και τα δέκα πρώτα βίντεο είναι μουσικά. Είναι βίντεο εμπορικής μουσικής που, μερικά κομμάτια της, βρίσκονται κοντά στην κατηγορία του trash. Αλλά και αυτό είναι υποκειμενικό. Ποιος μπορεί, άλλωστε, να κρίνει τα γούστα του άλλου; Έτσι, όπως ο υπόλοιπος πλανήτης παρακολουθήσαμε με ζήλο το σουξέ του Κορεάτη, αλλά τα δώσαμε όλα για τον Παντελή Παντελίδη, την Πάολα και το Πουλάκι Τσίου. Αυτό ίσως να εξηγείται από τα δημογραφικά του κοινού: βίντεο βλέπουν κατά κύριο λόγο νέοι που διαθέτουν και περισσότερο χρόνο στη διάθεση τους. Όμως αυτές είναι τελικά οι προτιμήσεις των Ελλήνων; Αυτό είναι το μέτρο της αισθητικής τους;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τεχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012
Σάββατο 17 Μαρτίου 2012
Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010
Εννέα επιστήμονες «χαρτογραφούν» την οικονομική κρίση της χώρας μας
«ΤO μνημόνιο όχι μόνο δεν αποτελεί μονόδρομο, αλλά οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια σε αδιέξοδο». Σε αυτή τη διαπίστωση οδηγούνται από διαφορετικούς δρόμους οι εννέα επιστήμονες που κλήθηκαν να χαρτογραφήσουν την κρίση που βιώνει η χώρα μας. Eνα σαρωτικό γεγονός, που όπως σημειώνεται, «είναι το ίδιο με προηγούμενες οικονομικές και κοινωνικές κρίσεις και ταυτόχρονα πολύ διαφορετική».
Οι συγγραφείς του τόμου ιχνηλατούν τα όρια, το βάθος, την καταγωγή, τις αιτίες, τις συνέπειες της κρίσης σε όλα τα επίπεδα: κοινωνικό/θεσμικό, οικονομικό, κοινωνικό, εργασιακό και περιβαλλοντικό.
Ακόμα παραθέτουν πιθανές εναλλακτικές επιλογές, αφού όπως συμφωνούν ο τρόπος εξόδου από την κρίση θα καθορίσει το μέλλον της χώρας. Eν τέλει δίνουν τις δικές τους ερμηνείες για το πού είμαστε; Πού πάμε; Τι να κάνουμε;
Σε μία σταχυολόγηση του τόμου ο Kώστας Βεργόπουλος υπογραμίζει: «Δεν είναι τα ελλείμματα ούτε το χρέος που προκαλούν την ύφεση, αλλά ακριβώς το αντίστροφο: η οικονομική επιβράδυνση αποβαίνει βασική αίτια διόγκωσης τόσο των ελλειμμάτων όσο και του χρέους».
Για τις λύσεις που προτείνονται –συντριβή των εργατικών κατακτήσεων, μακρόχρονα προγράμματα λιτότητας κ.ά.– ο Λεωνίδας Βατικιώτης υπογραμμίζει πως «καθιστούν σαφές ότι η έξοδος από την κρίση θα είναι εξαιρετικά άνιση, εις βάρος των εργαζομένων και, το σημαντικότερο, εύθραυστη, χωρίς θεαματικές επιδόσεις».
Το εξωτερικό χρέος της περιφέρειας, επισημαίνει ο Κώστας Λαπαβίτσας, «αντανακλά την προβληματική της ενσωμάτωση στην ευρωζώνη. Η γενικευμένη συμπίεση των μισθών επέτρεψε στο κέντρο να κερδίσει ανταγωνιστικότητα, οδηγώντας σε αυξημένη χρέωση της περιφέρειας προς το κέντρο».
Ο Σταύρος Μαυρουδέας σημειώνει για τις ηγεμονικές οικονομίες ότι «ενώ ευθύνονται πρωταρχικά για το πρόβλημα, το μεταθέτουν στις πιο αδύναμες οικονομίες. Eτσι μια αδύνατη οικονομία στοχοποιείται για παραδειγματισμό, πιέζεται από δανειστές με κυριολεκτικά τοκογλυφικούς όρους και τελικά, όταν κυριολεκτικά στραγγισθεί, οδηγείται στην προκρούστεια κλίνη του ΔΝΤ».
Αν αξιοποιηθούν σωστά τα κονδύλια της «παύσης πληρωμών» (τοκοχρεολύσια), σημειώνει ο Γιάννης Τόλιος, θα «έχουν θετική επίδραση στην οικονομία και την κοινωνία. Κατά συνέπεια το πρόβλημα γίνεται πολιτικό».
Το ιστορικό ερώτημα του σήμερα σύμφωνα με τον Μενέλαο Γκίβαλο είναι «εάν υπάρχουν πνευματικές, πολιτικοϊδεολογικές και κοινωνικές δυνάμεις που να μπορούν όχι απλώς να διαμαρτύρονται και να διαπιστώνουν το πρόβλημα, αλλά να συγκροτήσουν τον πυρήνα μιας πράγματι εναλλακτικής λύσης, ενός νέου παραδείγματος, που θα αντιμετωπίζει τη σχέση κοινωνίας-οικονομίας - δημοκρατίας με “νέα μάτια”.
Η τυπική σχέση εργασίας, με τη μορφή της πλήρους και σταθερής απασχόλησης, παραθέτει ο Γιάννης Κουζής, πως «όχι μόνο περιορίζεται υπέρ του ευέλικτου εργασιακού προτύπου, αλλά υπόκειται και σε σοβαρές ποιοτικές αρνητικές μεταβολές στο περιεχόμενό της, υπό την πίεση του ευέλικτου και φθηνού εργατικού δυναμικού και της υψηλής ανάπτυξης του εφεδρικού στρατού των ανέργων».
Για τους ισχυρισμούς ότι το «ιδιωτικοποιημένο» περιβάλλον θα βελτιωθεί σε σχέση με τον ανίκανο και διεφθαρμένο δημόσιο τομέα ο Μάκης Ζέρβας σημειώνει πως «ίσως να έχουν δίκιο σε ορισμένους τομείς όπου το κράτος λάμπει διά της απουσίας του… όταν ο τομέας αυτός δεν θα είναι πλέον κερδοφόρος, τότε δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι ο ιδιωτικός τομέας θα συνεχίσει να ενδιαφέρεται. Και το αποτέλεσμα; Πολύ απλά είτε υποβάθμιση του περιβάλλοντος, είτε κρατικές επιδοτήσεις, είτε αύξηση των τιμών».
Τέλος, ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου πιστεύει πως το μόνο που εγγυάται «νομοτελειακά» η κρίση είναι «η οξύτατη κοινωνική πόλωση και η αναζήτηση “ρηξικέλευθων” απαντήσεων, νέων προτύπων για να αντικαταστήσουν τα σπασμένα είδωλα των χθεσινών θεών, που οδήγησαν στη χρεοκοπία. Αν αυτό το “λιντσάρισμα των ενόχων” γίνει από τα δεξιά ή από τα αριστερά, εξαρτάται εν πολλοίς από τη συνειδητή δράση των ενεργών πολιτικών υποκειμένων».
Το βιβλίο παρουσιάζεται την Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου στο αμφιθέατρο του ΑΚΤΟ (Ευελπίδων 11Α). Ωρα: 7.30.
Οι συγγραφείς του τόμου ιχνηλατούν τα όρια, το βάθος, την καταγωγή, τις αιτίες, τις συνέπειες της κρίσης σε όλα τα επίπεδα: κοινωνικό/θεσμικό, οικονομικό, κοινωνικό, εργασιακό και περιβαλλοντικό.
Ακόμα παραθέτουν πιθανές εναλλακτικές επιλογές, αφού όπως συμφωνούν ο τρόπος εξόδου από την κρίση θα καθορίσει το μέλλον της χώρας. Eν τέλει δίνουν τις δικές τους ερμηνείες για το πού είμαστε; Πού πάμε; Τι να κάνουμε;
Σε μία σταχυολόγηση του τόμου ο Kώστας Βεργόπουλος υπογραμίζει: «Δεν είναι τα ελλείμματα ούτε το χρέος που προκαλούν την ύφεση, αλλά ακριβώς το αντίστροφο: η οικονομική επιβράδυνση αποβαίνει βασική αίτια διόγκωσης τόσο των ελλειμμάτων όσο και του χρέους».
Για τις λύσεις που προτείνονται –συντριβή των εργατικών κατακτήσεων, μακρόχρονα προγράμματα λιτότητας κ.ά.– ο Λεωνίδας Βατικιώτης υπογραμμίζει πως «καθιστούν σαφές ότι η έξοδος από την κρίση θα είναι εξαιρετικά άνιση, εις βάρος των εργαζομένων και, το σημαντικότερο, εύθραυστη, χωρίς θεαματικές επιδόσεις».
Το εξωτερικό χρέος της περιφέρειας, επισημαίνει ο Κώστας Λαπαβίτσας, «αντανακλά την προβληματική της ενσωμάτωση στην ευρωζώνη. Η γενικευμένη συμπίεση των μισθών επέτρεψε στο κέντρο να κερδίσει ανταγωνιστικότητα, οδηγώντας σε αυξημένη χρέωση της περιφέρειας προς το κέντρο».
Ο Σταύρος Μαυρουδέας σημειώνει για τις ηγεμονικές οικονομίες ότι «ενώ ευθύνονται πρωταρχικά για το πρόβλημα, το μεταθέτουν στις πιο αδύναμες οικονομίες. Eτσι μια αδύνατη οικονομία στοχοποιείται για παραδειγματισμό, πιέζεται από δανειστές με κυριολεκτικά τοκογλυφικούς όρους και τελικά, όταν κυριολεκτικά στραγγισθεί, οδηγείται στην προκρούστεια κλίνη του ΔΝΤ».
Αν αξιοποιηθούν σωστά τα κονδύλια της «παύσης πληρωμών» (τοκοχρεολύσια), σημειώνει ο Γιάννης Τόλιος, θα «έχουν θετική επίδραση στην οικονομία και την κοινωνία. Κατά συνέπεια το πρόβλημα γίνεται πολιτικό».
Το ιστορικό ερώτημα του σήμερα σύμφωνα με τον Μενέλαο Γκίβαλο είναι «εάν υπάρχουν πνευματικές, πολιτικοϊδεολογικές και κοινωνικές δυνάμεις που να μπορούν όχι απλώς να διαμαρτύρονται και να διαπιστώνουν το πρόβλημα, αλλά να συγκροτήσουν τον πυρήνα μιας πράγματι εναλλακτικής λύσης, ενός νέου παραδείγματος, που θα αντιμετωπίζει τη σχέση κοινωνίας-οικονομίας - δημοκρατίας με “νέα μάτια”.
Η τυπική σχέση εργασίας, με τη μορφή της πλήρους και σταθερής απασχόλησης, παραθέτει ο Γιάννης Κουζής, πως «όχι μόνο περιορίζεται υπέρ του ευέλικτου εργασιακού προτύπου, αλλά υπόκειται και σε σοβαρές ποιοτικές αρνητικές μεταβολές στο περιεχόμενό της, υπό την πίεση του ευέλικτου και φθηνού εργατικού δυναμικού και της υψηλής ανάπτυξης του εφεδρικού στρατού των ανέργων».
Για τους ισχυρισμούς ότι το «ιδιωτικοποιημένο» περιβάλλον θα βελτιωθεί σε σχέση με τον ανίκανο και διεφθαρμένο δημόσιο τομέα ο Μάκης Ζέρβας σημειώνει πως «ίσως να έχουν δίκιο σε ορισμένους τομείς όπου το κράτος λάμπει διά της απουσίας του… όταν ο τομέας αυτός δεν θα είναι πλέον κερδοφόρος, τότε δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι ο ιδιωτικός τομέας θα συνεχίσει να ενδιαφέρεται. Και το αποτέλεσμα; Πολύ απλά είτε υποβάθμιση του περιβάλλοντος, είτε κρατικές επιδοτήσεις, είτε αύξηση των τιμών».
Τέλος, ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου πιστεύει πως το μόνο που εγγυάται «νομοτελειακά» η κρίση είναι «η οξύτατη κοινωνική πόλωση και η αναζήτηση “ρηξικέλευθων” απαντήσεων, νέων προτύπων για να αντικαταστήσουν τα σπασμένα είδωλα των χθεσινών θεών, που οδήγησαν στη χρεοκοπία. Αν αυτό το “λιντσάρισμα των ενόχων” γίνει από τα δεξιά ή από τα αριστερά, εξαρτάται εν πολλοίς από τη συνειδητή δράση των ενεργών πολιτικών υποκειμένων».
Το βιβλίο παρουσιάζεται την Πέμπτη 16 Δεκεμβρίου στο αμφιθέατρο του ΑΚΤΟ (Ευελπίδων 11Α). Ωρα: 7.30.
Πέμπτη 30 Σεπτεμβρίου 2010
Περί Λαζόπουλου
Ο ΛΑΚΗΣ ΛΑΖΟΠΟΥΛΟΣ είναι ο καλλιτεχνικός ηγέτης του κάθε πικραµένου. Αρκεί ο πικραµένος να είναι «λαός»: η γιαγιά στο χωριό, ο µισθοσυντήρητος υπαλληλάκος, οι Μήτσοι διάφοροι, δηλαδή, που περιµένουν από έναν τηλεοπτικό αστέρα να «τα ρίξει», να τους χαϊδέψει τ αυτιά. Πού «τα ρίχνει»; Στους κακούς που πίνουν το αίµα του λαού µε το µπουρί της σόµπας: στην Ευρώπη, την τρόικα, τον Παπανδρέου (όπως παλαιότερα στον Σηµίτη, αλλά όχι στον Καραµανλή), τους εκσυγχρονιστές, σε όσους δεν βδελύσσονται το Μνηµόνιο... Μιλάει για λογαριασµό των καλών: δίκιο έχουν όσοι διαδηλώνουν, όσοι διαµαρτύρονται, οι κοινωνικές οµάδες που αντιστέκονται σε όποια µεταρρύθµιση, ακόµα και σ αυτές που η Ελλάδα σέρνεται εκ των πραγµάτων για να αποφύγει τη χρεοκοπία. Προχθές, µετέτρεψε την εκποµπή του σε βήµα αντίστασης των φορτηγατζήδων. Εχουν άραγε δίκιο που επιµένουν να διατηρήσουν το επάγγελµά τους κλειστό, είναι κακό πράγµα να ανοίξει ο ανταγωνισµός στις µεταφορές; Τι τον νοιάζει τον Λαζόπουλο; Το µόνο που τον νοιάζει είναι να συνεχίσει να παριστάνει τη φωνή του πικραµένου. Είναι µια φωνή βουτηγµένη στη συγκίνηση. Η δηµοκρατία που προωθεί είναι µια δηµοκρατία της συγκίνησης, η λογική δεν έχει δουλειά σε ένα πετυχηµένο σόου. Η λογική είναι εξόριστη από το σόου, το προϊόν του Λαζόπουλου. Η κλάψα πουλάει, δεν πουλάνε τα επιχειρήµατα.
Ο Λαζόπουλος παίζει τέλεια τον ρόλο του. Ακκίζεται, κλαψουρίζει, τίγκα στις ευκολίες και τα κλισέ. Γιατί άλλωστε να το κάνει αλλιώς; Τίγκα στις ευκολίες και τα κλισέ ήταν πάντα, παραγωγών σλόγκαν και κλαψούρας. Υποτίθεται ότι είναι µια αντισυστηµική φωνή, παρίστανε τον αντισυστηµικό ακόµα κι όταν είχε βρεθεί στον προθάλαµο µιας ανυπόληπτης εξουσίας, µε αεροσυνοδούς και οιωνοσκόπους. Στην πραγµατικότητα είναι ο πνευµατικός ηγέτης του µόνου συστήµατος στο οποίο µπορεί να απευθυνθεί. Παλιότερα, συνήθιζε να λέει ότι µιλάει για λογαριασµό «της γιαγιάς στο χωριό» επειδή, προσέθετε, «η γιαγιά στο χωριό ξέρει». Ο Λαζόπουλος, φυσικά, ξέρει ότι η γιαγιά στο χωριό δεν ξέρει αλλά η άγνοιά της αυτή είναι που την κάνει πελάτισσά του. Αν ήξερε, δεν θα της έφταναν τα τραγουδάκια, τα συνθηµατάκια και η αφ υψηλού «σάτιρα» των τρελών του τηλεοπτικού χωριού. Δεν θα της έφτανε ο παραλογισµός δήθεν της συγκίνησης. Θα ήθελε και λίγη λογική.
Του Ηλία Κανέλλη
Ο Λαζόπουλος παίζει τέλεια τον ρόλο του. Ακκίζεται, κλαψουρίζει, τίγκα στις ευκολίες και τα κλισέ. Γιατί άλλωστε να το κάνει αλλιώς; Τίγκα στις ευκολίες και τα κλισέ ήταν πάντα, παραγωγών σλόγκαν και κλαψούρας. Υποτίθεται ότι είναι µια αντισυστηµική φωνή, παρίστανε τον αντισυστηµικό ακόµα κι όταν είχε βρεθεί στον προθάλαµο µιας ανυπόληπτης εξουσίας, µε αεροσυνοδούς και οιωνοσκόπους. Στην πραγµατικότητα είναι ο πνευµατικός ηγέτης του µόνου συστήµατος στο οποίο µπορεί να απευθυνθεί. Παλιότερα, συνήθιζε να λέει ότι µιλάει για λογαριασµό «της γιαγιάς στο χωριό» επειδή, προσέθετε, «η γιαγιά στο χωριό ξέρει». Ο Λαζόπουλος, φυσικά, ξέρει ότι η γιαγιά στο χωριό δεν ξέρει αλλά η άγνοιά της αυτή είναι που την κάνει πελάτισσά του. Αν ήξερε, δεν θα της έφταναν τα τραγουδάκια, τα συνθηµατάκια και η αφ υψηλού «σάτιρα» των τρελών του τηλεοπτικού χωριού. Δεν θα της έφτανε ο παραλογισµός δήθεν της συγκίνησης. Θα ήθελε και λίγη λογική.
Του Ηλία Κανέλλη
Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010
Έκθεση για τον "Θεόφιλο" στο Μουσείο Μπενάκη
Στο δικό μας περιπλανώμενο ζωγράφο, το Θεόφιλο Χατζημιχαήλ (1870-1934), αφιερώνει την πρώτη έκθεση του φθινοπώρου το Μουσείο Μπενάκη, με είκοσι έργα του Μυτιληνιού ζωγράφου, από τη συλλογή της Εμπορικής Τράπεζας.
Οι ήρωες της Επανάστασης του '21, ο Μεγαλέξανδρος, οι απεικονίσεις της θεσσαλικής και λεσβιακής υπαίθρου, σκηνές ειδυλλίων, είναι το «εικονοστάσι» του Θεόφιλου, η αγαπημένη του θεματολογία.
Κι ακόμα «Η Αγία Πόλις Ιερουσαλήμ», η «Άγρα των Άρκτων υπό των Κοζάκων Ρώσων», ο «Κυνηγός» και άλλα έργα που οφείλουν την έμπνευσή τους σε δελτάρια, αποκόμματα εφημερίδων και φωτογραφίες, όπως μαρτυρεί το κασελάκι του Θεόφιλου που διέσωσε ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.
Φτωχός και ταπεινός, μόνος και ανεξάρτητος, μεταμφιεζόταν συχνά στα είδωλα που θαύμαζε και ζωγράφιζε. Πότε Μεγαλέξανδρος, πότε οπλαρχηγός, η καλλιτεχνική φύση και ιδιοσυγκρασία του Θεόφιλου σκανδάλιζε και προκαλούσε τους συγχωριανούς του, που τον έκαναν στόχο για σκληρές και άθλιες φάρσες, όπως αυτή που περιγράφει ο Κίτσος Μακρής, με κάποιον που προκειμένου να γελάσει, τράβηξε τη σκάλα πάνω στην οποία ήταν ανεβασμένος για να ζωγραφίσει την πρόσοψη ενός μαγαζιού και τον γκρέμισε καταγής, πληγώνοντάς τον στο σώμα και στην ψυχή.
Το μεγάλο συναπάντημα της ζωής του έγινε το 1927, με τον τεχνοκριτικό Στρατή Ελευθεριάδη (Τeriade), από το Παρίσι, ο οποίος τον ανακάλυψε, έγινε ο μαικήνας του, όχι μόνο εξασφαλίζοντάς του τη διαβίωση και τα μέσα να συνεχίσει τη δουλειά του, αλλά και συμβάλλοντας αποφασιστικά στην αναγνώριση του έργου του.
Ο Θεόφιλος «με τα ταπεινά αλλ' αληθινά έργα του, επρόκειτο να γίνει πρεσβευτής της ελληνικής ευαισθησίας όχι στη Σμύρνη -όπου είχε μείνει κάποιο διάστημα- ή και σε μεγαλύτερη πόλη της Ανατολής, αλλά σε πρωτεύουσες όπου έλαχε ο κλήρος να μην ξεγελιούνται ούτε να ξιπάζονται εύκολα στα ζητήματα της ζωγραφικής», γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης το 1966, στον τόμο «Θεόφιλος», έκδοση της Εμπορικής Τράπεζας.
Ο Τσαρούχης χωρίζει το έργο του Θεόφιλου, με βάση τους χρωματικούς τόνους που χρησιμοποιεί, σε τρεις περιόδους: πριν από τη Θεσσαλία, την επιστροφή του στη Μυτιλήνη και μετά τη γνωριμία του με τον Τεριάντ, από το 1927 έως το θάνατό του ζωγράφου το 1934, γεγονός που βοηθά τους μελετητές να χρονολογησουν τα έργα του Θεόφιλου, σύμφωνα με την απόδοση των χρωμάτων και όχι τη θεματολογία τους, η οποία είναι συγκεκριμένη.
Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη θα διαρκέσει έως το τέλος Οκτωβρίου.
Οι ήρωες της Επανάστασης του '21, ο Μεγαλέξανδρος, οι απεικονίσεις της θεσσαλικής και λεσβιακής υπαίθρου, σκηνές ειδυλλίων, είναι το «εικονοστάσι» του Θεόφιλου, η αγαπημένη του θεματολογία.
Κι ακόμα «Η Αγία Πόλις Ιερουσαλήμ», η «Άγρα των Άρκτων υπό των Κοζάκων Ρώσων», ο «Κυνηγός» και άλλα έργα που οφείλουν την έμπνευσή τους σε δελτάρια, αποκόμματα εφημερίδων και φωτογραφίες, όπως μαρτυρεί το κασελάκι του Θεόφιλου που διέσωσε ο ποιητής Ανδρέας Εμπειρίκος.
Φτωχός και ταπεινός, μόνος και ανεξάρτητος, μεταμφιεζόταν συχνά στα είδωλα που θαύμαζε και ζωγράφιζε. Πότε Μεγαλέξανδρος, πότε οπλαρχηγός, η καλλιτεχνική φύση και ιδιοσυγκρασία του Θεόφιλου σκανδάλιζε και προκαλούσε τους συγχωριανούς του, που τον έκαναν στόχο για σκληρές και άθλιες φάρσες, όπως αυτή που περιγράφει ο Κίτσος Μακρής, με κάποιον που προκειμένου να γελάσει, τράβηξε τη σκάλα πάνω στην οποία ήταν ανεβασμένος για να ζωγραφίσει την πρόσοψη ενός μαγαζιού και τον γκρέμισε καταγής, πληγώνοντάς τον στο σώμα και στην ψυχή.
Το μεγάλο συναπάντημα της ζωής του έγινε το 1927, με τον τεχνοκριτικό Στρατή Ελευθεριάδη (Τeriade), από το Παρίσι, ο οποίος τον ανακάλυψε, έγινε ο μαικήνας του, όχι μόνο εξασφαλίζοντάς του τη διαβίωση και τα μέσα να συνεχίσει τη δουλειά του, αλλά και συμβάλλοντας αποφασιστικά στην αναγνώριση του έργου του.
Ο Θεόφιλος «με τα ταπεινά αλλ' αληθινά έργα του, επρόκειτο να γίνει πρεσβευτής της ελληνικής ευαισθησίας όχι στη Σμύρνη -όπου είχε μείνει κάποιο διάστημα- ή και σε μεγαλύτερη πόλη της Ανατολής, αλλά σε πρωτεύουσες όπου έλαχε ο κλήρος να μην ξεγελιούνται ούτε να ξιπάζονται εύκολα στα ζητήματα της ζωγραφικής», γράφει ο Γιάννης Τσαρούχης το 1966, στον τόμο «Θεόφιλος», έκδοση της Εμπορικής Τράπεζας.
Ο Τσαρούχης χωρίζει το έργο του Θεόφιλου, με βάση τους χρωματικούς τόνους που χρησιμοποιεί, σε τρεις περιόδους: πριν από τη Θεσσαλία, την επιστροφή του στη Μυτιλήνη και μετά τη γνωριμία του με τον Τεριάντ, από το 1927 έως το θάνατό του ζωγράφου το 1934, γεγονός που βοηθά τους μελετητές να χρονολογησουν τα έργα του Θεόφιλου, σύμφωνα με την απόδοση των χρωμάτων και όχι τη θεματολογία τους, η οποία είναι συγκεκριμένη.
Η έκθεση στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Κουμπάρη θα διαρκέσει έως το τέλος Οκτωβρίου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


